x
Μ Ε Ρ Ο Π Ε Ι Ο

Πως είδε το Μερόπειον ο Γρ. Ξενόπουλος το 1916

Λογοτεχνία και Ανθρωπισμός: Από την αδιαφορία στον ενθουσιασμό

Γράφει ο Κωνσταντίνος Ε. Σκιαδάς

Στην υπεραιωνόβια διαδρομή του Μεροπείου, το οποίο ως γνωστόν ιδρύθηκε το 1914, πλήθος δημοσιευμάτων περιγράφουν την πορεία και τη λειτουργία του. Η απώλεια μιας νεαρής ύπαρξης, τα συναισθήματα της πονεμένης μητέρας της, η ευαισθησία μιας δράκας γυναικών και η θέλησή τους να στηρίξουν τα άπορα κορίτσια, ήταν στοιχεία αρκετά να δημιουργήσουν ένα δυναμικό κίνημα. Διότι η απόφαση να δημιουργηθεί μία κοιτίδα για τη μόρφωση και την ανατροφή πτωχών κοριτσιών, σε μη ευαισθητοποιημένο ακόμη κοινωνικό περιβάλλον, πριν από εκατόν δέκα χρόνια περίπου, απαιτούσε γενναιότητα και θυσίες.

Ανασύρουμε μία σελίδα από την ιστορία του Μεροπείου, όταν ακόμη ασχολείτο μόνον με τη νεότητα. Σελίδα γραμμένη από τον σπουδαίο και ευαίσθητο Ζακυνθινό δημοσιογράφο και συγγραφέα Γρηγόριο Ξενόπουλο (1887-1951). Η αξία της μαρτυρίας του γίνεται ακόμη πιο σημαντική, διότι τη δημοσίευσε στο δημοφιλέστατο περιοδικό «Η Διάπλασις των Παίδων». Ως γνωστόν, συνόδευσε τα παιδιά επί μία ολόκληρη εβδομηκονταετία (1879-1949), συμβάλλοντας στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους, στη μόρφωση και την ψυχαγωγία τους. Το περιοδικό διηύθυνε επί μισόν αιώνα ο Γρ. Ξενόπουλος.

Στο υπό τον τίτλο «Το “Μερόπειον”» άρθρο του, το οποίο δημοσιεύθηκε το 1916, όταν εξελισσόταν η γιγαντιαία προσπάθεια της Άννας Θεοδωροπούλου για να καθιερώσει τον νέο φορέα, ο Γρ. Ξενόπουλος εμφανώς προσπαθεί να παρουσιάσει το πρωτοποριακό έργο της και να προσελκύσει το κοινό ώστε να συμβάλει στη λειτουργία του. Το κείμενο που αναδημοσιεύουμε αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο συγγραφέας συνδύαζε τη λογοτεχνία με τον παιδαγωγικό και κοινωνικό προβληματισμό. Υπογράφοντας ως «Φαίδων», όπως συνήθιζε στη στήλη του περιοδικού που απολάμβανε τεράστια αποδοχή, ο Ξενόπουλος παρουσιάζει το έργο της λιγότερο γνωστής ακόμη φιλανθρωπικής κίνησης, δηλαδή του Μεροπείου.

Όπως προαναφέρθηκε, το κείμενο δημοσιεύεται το 1916, χρονιά δύσκολη για την Ελλάδα. Η χώρα σπαράσσεται από τον Εθνικό Διχασμό, οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες είναι ιδιαίτερα δυσμενείς, και η εκπαίδευση –ιδίως για τα φτωχά παιδιά και ακόμη περισσότερο για τα κορίτσια– είναι πολυτέλεια. Σε αυτό το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, το «Μερόπειον» εμφανίζεται ως μια αχτίδα φωτός: ένα νυχτερινό σχολείο για άπορα κορίτσια, που τους προσφέρει όχι μόνον μόρφωση αλλά και φροντίδα, στήριξη, και πάνω απ’ όλα ανατροφή.

Το Νηπιοτροφείο του Μεροπείου.

Το άρθρο ακολουθεί μια ιδιαίτερα έξυπνη αφηγηματική δομή: ο συγγραφέας αφηγείται μια προσωπική εμπειρία – μια συνάντηση με την κυρία Άννα Θεοδωροπούλου, πρόεδρο του φιλανθρωπικού συλλόγου που ίδρυσε το «Μερόπειον». Μέσα από τη φαινομενικά τυχαία αυτή επαφή, ξεδιπλώνεται η γνωριμία του με το σχολείο. Ο αναγνώστης παρακολουθεί τη μεταστροφή του ίδιου του Ξενόπουλου –από αδιάφορος γίνεται ενθουσιασμένος υποστηρικτής– γεγονός που λειτουργεί ως παράδειγμα προς μίμηση, ιδίως για τα παιδιά. Το ύφος είναι οικείο και φιλικό, με χαρακτηριστικές προσφωνήσεις όπως «Αγαπητοί μου» και η καθιερωμένη υπογραφή «Φαίδων», ενισχύοντας την αίσθηση προσωπικής σχέσης με το κοινό.

Ο Γρ. Ξενόπουλος απευθύνεται κυρίως σε νεαρούς αναγνώστες, αλλά και σε ένα ευρύτερο κοινό που ενδεχομένως δεν έχει υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Η γλωσσική απλότητά του δεν σημαίνει απλοϊκότητα. Αντίθετα, η αφήγηση χτίζεται με ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση και ρητορική τέχνη, η οποία κορυφώνεται στο απόσπασμα της Άννας Θεοδωροπούλου με τις φράσεις: «είχαμεν διδακτήριον δωρεάν… είχαμεν εισπράκτορα αφιλοκερδή, την Καλήν Θέλησιν…». Με αυτό τον τρόπο αναδεικνύεται όχι μόνον η λειτουργία του κινήματος, αλλά και η φιλοσοφία της προσφοράς. Όλα βασίζονται στη συνεργασία, την πίστη στον σκοπό, και την ηθική δέσμευση των μελών του Συλλόγου.

Το «Μερόπειον» παρουσιάζεται ως χώρος εκμάθησης γραμμάτων, αλλά και ως Σχολή ζωής και ήθους. Τα κορίτσια του λαού, που εργάζονται σε σπίτια, καταστήματα ή εργοστάσια, βρίσκουν το βράδυ τη δυνατότητα να μάθουν όχι μόνον ανάγνωση και γραφή, αλλά και πρακτικές δεξιότητες όπως μαγειρική και νοικοκυρική. Πάνω απ’ όλα, όμως, το σχολείο αυτό τους προσφέρει σεβασμό, φροντίδα και αξιοπρέπεια – στοιχεία που συχνά τους λείπουν στην καθημερινότητά τους.

Η έννοια της «ανατροφής», στην οποία επιμένει ιδιαίτερα ο Γρ. Ξενόπουλος, αποτελεί κεντρικό άξονα του άρθρου. Δεν πρόκειται για μια απλή παιδαγωγική έννοια, αλλά για ένα ολιστικό ιδεώδες: η ανατροφή δεν αφορά μόνο τη μάθηση, αλλά και τη διαμόρφωση χαρακτήρα, την καλλιέργεια του ήθους, την κοινωνική συμπεριφορά, τη στήριξη στις δυσκολίες της ζωής.

Ο έμπειρος αρθρογράφος δεν περιορίζεται στο να προβάλει ένα αξιέπαινο φιλανθρωπικό έργο. Ταυτοχρόνως επιχειρεί να ευαισθητοποιήσει και να κινητοποιήσει το κοινό του. Ειδικά το παιδικό κοινό της «Διάπλασης των Παίδων», που τον ακολουθούσε με αφοσίωση μέσω της στήλης του, βρίσκει εδώ ένα ζωντανό παράδειγμα για τη διαδρομή που ακολουθούν η κοινωνική προσφορά και η αλληλεγγύη για να γίνουν πράξη. Το ερώτημα που θέτει ρητορικά στο τέλος του άρθρου – «Δεν αγαπάτε τώρα και σεις αυτό το “Μερόπειο”;» – λειτουργεί ως ανοιχτή πρόσκληση προς τον αναγνώστη να συμμεριστεί το όραμα, να αποκτήσει κοινωνική συνείδηση, να συνταχθεί με το «καλό» και το δίκαιο.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι, μέσα από την περιγραφή του Μεροπείου, αναδεικνύεται ένας άλλος, συχνά υποτιμημένος, ρόλος της γυναίκας στην κοινωνία της εποχής: η γυναίκα ως διδάσκουσα, ως προστάτιδα, ως παράγοντας αλλαγής. Σε μια περίοδο που οι γυναίκες ακόμη δεν έχουν πολιτικά δικαιώματα, οι κυρίες του Συλλόγου παίρνουν πρωτοβουλίες, οργανώνονται, δημιουργούν θεσμούς και προσφέρουν έργο που αναπληρώνει την απουσία κρατικής πρόνοιας. Ο Γρ. Ξενόπουλος όχι μόνο δεν παραβλέπει αυτό τον ρόλο, αλλά τον προβάλλει με σεβασμό και θαυμασμό.

Συνοψίζοντας, το άρθρο «Το Μερόπειον» του Γρ. Ξενόπουλου ξεπερνά τα όρια του ενημερωτικού ή δημοσιογραφικού κειμένου. Είναι λογοτεχνικό δοκίμιο με κοινωνικό μήνυμα, ένα πρότυπο παιδαγωγικής ευαισθησίας, και ταυτόχρονα φόρος τιμής στην ανθρώπινη αλληλεγγύη. Ο λόγος του Ξενόπουλου ενώνει τη λογοτεχνία με την κοινωνική πράξη, τη ρεαλιστική περιγραφή με την ηθική έμπνευση.

Σήμερα, έναν αιώνα μετά, η ανάγνωση αυτού του άρθρου συνεχίζει να μας συγκινεί και να μας εμπνέει. Μας υπενθυμίζει πως η ουσιαστική εκπαίδευση επεκτείνεται και στην καλλιέργεια ψυχής, και πως τα σημαντικότερα έργα χτίζονται με ενσυναίσθηση, προσφορά και κοινό σκοπό.

Το ΜΕΡΟΠΕΙΟ

Ιδρύθηκε το 1914 και αποτελεί πλέον ένα θεσμό με έναν αιώνα κοινωνικής προσφοράς.

Από το 1972 και μετά με Προεδρικό Διάταγμα, λειτουργεί πλέον σαν Γηροκομείο για κυρίες άπορες και μετρίου εισοδήματος.

Επικοινωνία

Έδρα

Γηροκομείο

Copyright 2023 meropeion.gr All Right Reserved.

Go To Top