- Τηλ: 210-9219398
- Email: info@meropeion.gr
Πως είδε το Μερόπειον ο Γρ. Ξενόπουλος το 1916
Λογοτεχνία και Ανθρωπισμός: Από την αδιαφορία στον ενθουσιασμό
Γράφει ο Κωνσταντίνος Ε. Σκιαδάς
Στην υπεραιωνόβια διαδρομή του Μεροπείου, το οποίο ως γνωστόν ιδρύθηκε το 1914, πλήθος δημοσιευμάτων περιγράφουν την πορεία και τη λειτουργία του. Η απώλεια μιας νεαρής ύπαρξης, τα συναισθήματα της πονεμένης μητέρας της, η ευαισθησία μιας δράκας γυναικών και η θέλησή τους να στηρίξουν τα άπορα κορίτσια, ήταν στοιχεία αρκετά να δημιουργήσουν ένα δυναμικό κίνημα. Διότι η απόφαση να δημιουργηθεί μία κοιτίδα για τη μόρφωση και την ανατροφή πτωχών κοριτσιών, σε μη ευαισθητοποιημένο ακόμη κοινωνικό περιβάλλον, πριν από εκατόν δέκα χρόνια περίπου, απαιτούσε γενναιότητα και θυσίες.
Ανασύρουμε μία σελίδα από την ιστορία του Μεροπείου, όταν ακόμη ασχολείτο μόνον με τη νεότητα. Σελίδα γραμμένη από τον σπουδαίο και ευαίσθητο Ζακυνθινό δημοσιογράφο και συγγραφέα Γρηγόριο Ξενόπουλο (1887-1951). Η αξία της μαρτυρίας του γίνεται ακόμη πιο σημαντική, διότι τη δημοσίευσε στο δημοφιλέστατο περιοδικό «Η Διάπλασις των Παίδων». Ως γνωστόν, συνόδευσε τα παιδιά επί μία ολόκληρη εβδομηκονταετία (1879-1949), συμβάλλοντας στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους, στη μόρφωση και την ψυχαγωγία τους. Το περιοδικό διηύθυνε επί μισόν αιώνα ο Γρ. Ξενόπουλος.
Στο υπό τον τίτλο «Το “Μερόπειον”» άρθρο του, το οποίο δημοσιεύθηκε το 1916, όταν εξελισσόταν η γιγαντιαία προσπάθεια της Άννας Θεοδωροπούλου για να καθιερώσει τον νέο φορέα, ο Γρ. Ξενόπουλος εμφανώς προσπαθεί να παρουσιάσει το πρωτοποριακό έργο της και να προσελκύσει το κοινό ώστε να συμβάλει στη λειτουργία του. Το κείμενο που αναδημοσιεύουμε αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο συγγραφέας συνδύαζε τη λογοτεχνία με τον παιδαγωγικό και κοινωνικό προβληματισμό. Υπογράφοντας ως «Φαίδων», όπως συνήθιζε στη στήλη του περιοδικού που απολάμβανε τεράστια αποδοχή, ο Ξενόπουλος παρουσιάζει το έργο της λιγότερο γνωστής ακόμη φιλανθρωπικής κίνησης, δηλαδή του Μεροπείου.
Όπως προαναφέρθηκε, το κείμενο δημοσιεύεται το 1916, χρονιά δύσκολη για την Ελλάδα. Η χώρα σπαράσσεται από τον Εθνικό Διχασμό, οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες είναι ιδιαίτερα δυσμενείς, και η εκπαίδευση –ιδίως για τα φτωχά παιδιά και ακόμη περισσότερο για τα κορίτσια– είναι πολυτέλεια. Σε αυτό το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, το «Μερόπειον» εμφανίζεται ως μια αχτίδα φωτός: ένα νυχτερινό σχολείο για άπορα κορίτσια, που τους προσφέρει όχι μόνον μόρφωση αλλά και φροντίδα, στήριξη, και πάνω απ’ όλα ανατροφή.

Το άρθρο ακολουθεί μια ιδιαίτερα έξυπνη αφηγηματική δομή: ο συγγραφέας αφηγείται μια προσωπική εμπειρία – μια συνάντηση με την κυρία Άννα Θεοδωροπούλου, πρόεδρο του φιλανθρωπικού συλλόγου που ίδρυσε το «Μερόπειον». Μέσα από τη φαινομενικά τυχαία αυτή επαφή, ξεδιπλώνεται η γνωριμία του με το σχολείο. Ο αναγνώστης παρακολουθεί τη μεταστροφή του ίδιου του Ξενόπουλου –από αδιάφορος γίνεται ενθουσιασμένος υποστηρικτής– γεγονός που λειτουργεί ως παράδειγμα προς μίμηση, ιδίως για τα παιδιά. Το ύφος είναι οικείο και φιλικό, με χαρακτηριστικές προσφωνήσεις όπως «Αγαπητοί μου» και η καθιερωμένη υπογραφή «Φαίδων», ενισχύοντας την αίσθηση προσωπικής σχέσης με το κοινό.
Ο Γρ. Ξενόπουλος απευθύνεται κυρίως σε νεαρούς αναγνώστες, αλλά και σε ένα ευρύτερο κοινό που ενδεχομένως δεν έχει υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Η γλωσσική απλότητά του δεν σημαίνει απλοϊκότητα. Αντίθετα, η αφήγηση χτίζεται με ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση και ρητορική τέχνη, η οποία κορυφώνεται στο απόσπασμα της Άννας Θεοδωροπούλου με τις φράσεις: «είχαμεν διδακτήριον δωρεάν… είχαμεν εισπράκτορα αφιλοκερδή, την Καλήν Θέλησιν…». Με αυτό τον τρόπο αναδεικνύεται όχι μόνον η λειτουργία του κινήματος, αλλά και η φιλοσοφία της προσφοράς. Όλα βασίζονται στη συνεργασία, την πίστη στον σκοπό, και την ηθική δέσμευση των μελών του Συλλόγου.
Το «Μερόπειον» παρουσιάζεται ως χώρος εκμάθησης γραμμάτων, αλλά και ως Σχολή ζωής και ήθους. Τα κορίτσια του λαού, που εργάζονται σε σπίτια, καταστήματα ή εργοστάσια, βρίσκουν το βράδυ τη δυνατότητα να μάθουν όχι μόνον ανάγνωση και γραφή, αλλά και πρακτικές δεξιότητες όπως μαγειρική και νοικοκυρική. Πάνω απ’ όλα, όμως, το σχολείο αυτό τους προσφέρει σεβασμό, φροντίδα και αξιοπρέπεια – στοιχεία που συχνά τους λείπουν στην καθημερινότητά τους.

Η έννοια της «ανατροφής», στην οποία επιμένει ιδιαίτερα ο Γρ. Ξενόπουλος, αποτελεί κεντρικό άξονα του άρθρου. Δεν πρόκειται για μια απλή παιδαγωγική έννοια, αλλά για ένα ολιστικό ιδεώδες: η ανατροφή δεν αφορά μόνο τη μάθηση, αλλά και τη διαμόρφωση χαρακτήρα, την καλλιέργεια του ήθους, την κοινωνική συμπεριφορά, τη στήριξη στις δυσκολίες της ζωής.
Ο έμπειρος αρθρογράφος δεν περιορίζεται στο να προβάλει ένα αξιέπαινο φιλανθρωπικό έργο. Ταυτοχρόνως επιχειρεί να ευαισθητοποιήσει και να κινητοποιήσει το κοινό του. Ειδικά το παιδικό κοινό της «Διάπλασης των Παίδων», που τον ακολουθούσε με αφοσίωση μέσω της στήλης του, βρίσκει εδώ ένα ζωντανό παράδειγμα για τη διαδρομή που ακολουθούν η κοινωνική προσφορά και η αλληλεγγύη για να γίνουν πράξη. Το ερώτημα που θέτει ρητορικά στο τέλος του άρθρου – «Δεν αγαπάτε τώρα και σεις αυτό το “Μερόπειο”;» – λειτουργεί ως ανοιχτή πρόσκληση προς τον αναγνώστη να συμμεριστεί το όραμα, να αποκτήσει κοινωνική συνείδηση, να συνταχθεί με το «καλό» και το δίκαιο.
Εξίσου σημαντικό είναι ότι, μέσα από την περιγραφή του Μεροπείου, αναδεικνύεται ένας άλλος, συχνά υποτιμημένος, ρόλος της γυναίκας στην κοινωνία της εποχής: η γυναίκα ως διδάσκουσα, ως προστάτιδα, ως παράγοντας αλλαγής. Σε μια περίοδο που οι γυναίκες ακόμη δεν έχουν πολιτικά δικαιώματα, οι κυρίες του Συλλόγου παίρνουν πρωτοβουλίες, οργανώνονται, δημιουργούν θεσμούς και προσφέρουν έργο που αναπληρώνει την απουσία κρατικής πρόνοιας. Ο Γρ. Ξενόπουλος όχι μόνο δεν παραβλέπει αυτό τον ρόλο, αλλά τον προβάλλει με σεβασμό και θαυμασμό.
Συνοψίζοντας, το άρθρο «Το Μερόπειον» του Γρ. Ξενόπουλου ξεπερνά τα όρια του ενημερωτικού ή δημοσιογραφικού κειμένου. Είναι λογοτεχνικό δοκίμιο με κοινωνικό μήνυμα, ένα πρότυπο παιδαγωγικής ευαισθησίας, και ταυτόχρονα φόρος τιμής στην ανθρώπινη αλληλεγγύη. Ο λόγος του Ξενόπουλου ενώνει τη λογοτεχνία με την κοινωνική πράξη, τη ρεαλιστική περιγραφή με την ηθική έμπνευση.
Σήμερα, έναν αιώνα μετά, η ανάγνωση αυτού του άρθρου συνεχίζει να μας συγκινεί και να μας εμπνέει. Μας υπενθυμίζει πως η ουσιαστική εκπαίδευση επεκτείνεται και στην καλλιέργεια ψυχής, και πως τα σημαντικότερα έργα χτίζονται με ενσυναίσθηση, προσφορά και κοινό σκοπό.

ΤΟ «ΜΕΡΟΠΕΙΟΝ»
(«Διάπλασις των Παίδων», 16 Απριλίου 1916)
Του Γρηγορίου Ξενόπουλου
Αγαπητοί μου,
Ήξερα, ότι στας Αθήνας υπάρχει μια κεντρική Σχολή Άπορων Παιδιών, η αληθινά ευεργετική Σχολή του Παρνασσού, δεν ήξερα όμως ότι υπάρχει και μια τέτοια για τα πτωχά κορίτσια. Το έμαθα προ ολίγων ημερών, και ακούστε πως:
Εν απόγευμα είχα πάη στον Παρνασσό, νακούσω κάποια δίαλεξι, κ’ επειδή ήταν πάρα πολύς κόσμος στην αίθουσα, θέλησα ναναίβω στη σκηνή· αλλά τη στιγμή που επλησίαζα τη σκαλίτσα των παρασκηνίων, είδα να κατεβαίνη μια κυρία, που κρατούσε στο χέρι της μερικά κόκκινα φυλλάδια. Δεν την εγνώριζα εκείνη όμως, φαίνεται, μ’ εγνώριζε και, καθώς περνούσε από κοντά μου, εσταμάτησε και μου μίλησε.
Φεύγω, μου είπε γιατί δεν έχει θέσι ούτε σκηνή… είμαι η κυρία Άννα Θεοδωροπούλου. Θα μου επιτρέψετε να σας δώσω αυτό το φυλλάδιο και αυτό το εισιτήριο, και να σας παρακαλέσω πολύ να έλθετε εδώ, στον Παρνασσό, την Κυριακή του Θωμά, να δήτε μια Φιλανθρωπική Αγορά, που δίδεται υπέρ του Σχολείου μας, του «Μεροπείου»… Να έλθετε χωρίς άλλο. Χαίρετε!
Μολονότι δεν ήξερα καλά-καλά τι μου λέει, επήρα το εισιτήριο και το φυλλάδιο που μου έδωσε η κυρία, την ευχαρίστησα και της υποσχέθηκα ότι θα πήγαινα. Να σας πω την αλήθεια, δεν είχα κανένα σκοπό να κρατήσω την υπόσχεσί μου, γιατί αυτό το «Μερόπειο», το άγνωστό μου, δεν μ’ ενδιέφερε με κανένα τρόπο. Αλλ’ άμα γύρισα στο σπίτι και, από περιέργεια, έρριξα μια ματιά στο φυλλάδιο, αμέσως η διαθέσεις μου αλλάξαν… Ήταν μια έκθεσις των εργασιών του εσπερινού σχολείου των πτωχών κοριτσιών, γραμμένη από την ίδια την κυρία Θεοδωροπούλου. Κάθε σελίδα της με τραβούσε και περισσότερο. Διάβασα το φυλλάδιο απ’ την αρχή ως το τέλος. Κ’ η αδιαφορία μου έγεινεν ενθουσιασμός.
Α, μ’ αυτές η κυρίες που είχαν την πρωτοβουλία του «Μεροπείου», και πρώτη η κυρία Θεοδωροπούλου, η πρόεδρος του Φιλανθρωπικού Συλλόγου -έκαμαν ένα θαυμάσιο έργο– Ένα Σχολείο δηλαδή, όπου το βράδυ, ύστερ’ από την εργασία τους, στο σπίτι, στο μαγαζί ή στο εργοστάσιο, πηγαίνουν τα πτωχά κορίτσια του λαού και μαθαίνουν λίγα γράμματα. Τα γράμματα, που χρειάζονται σε κάθε άνθρωπο και που τα πτωχά εκείνα κορίτσια, αν δεν ήταν αυτό το σχολείο, δεν θα είχαν βέβαια τον τρόπο να τα μάθουν ποτέ. Γιατί ούτε ώρα από τη βασανισμένη ημέρα τους περισσεύει, ούτε χρήμα από το μικρό τους μισθό. Στο «Μερόπειο» όμως πηγαίνουν το βράδυ που ευκαιρούν, και δεν πληρώνουν τίποτα, ούτε για δίδακτρα, ούτε για βιβλία, ούτε για τετράδια. Η κυρίες που τα διδάσκουν χάρισμα τους δίνουν και ό,τι χρειάζεται το σχολείο, και όχι μόνον αυτό, αλλά και τα βοηθούν στης ανάγκες τους με χρήματα ή με είδη,- ρούχα, τρόφιμα, φάρμακα, γιατρό κτλ. Η δε διδασκαλία στο «Μερόπειο» δεν περιορίζεται μόνο στα γράμματα. Τα πτωχά κορίτσια μαθαίνουν εκεί και μαγειρική, και νοικοκυρική. Η κυρίες προσπαθούν ακόμη να τους μορφώσουν το ήθος, να τους διαπλάσουν την ψυχή, να τα κάμουν να έχουν καλούς τρόπους, να τους δώσουν βάσεις ηθικής και αρετής -δηλαδή εκείνο μου λέμε με μία λέξι α ν α τ ρ ο φ ή και που χρειάζεται ίσως περισσότερο κι από τα γράμματα…
Αυτά κάνει το «Μερόπειο», για τα πτωχά κορίτσια, δυο χρόνια που λειτουργεί τώρα στας Αθήνας. Με μεγάλο ζήλο, η κυρίες του Συλλόγου συνεισφέρουν την εργασία τους και την υλική συνδρομή τους, ζητούν τη συνδρομή κι’ άλλων πλουσίων φιλανθρώπων, κάνουν κάθε χρόνο και μία Φιλανθρωπική Αγορά στον «Παρνασσό», κι’ έτσι έχουν τα μέσα να διατηρούν το σχολείο τους, το τόσο χρήσιμο και ευεργετικό. Εννοείται όμως, ότι τα ηθικά μέσα που διαθέτει ο Σύλλογος είναι πάντα ανώτερα από τα υλικά. Ακούστε τι ωραία που το λέγει αυτό στην έκθεσί της η εύγλωττη κυρία Θεοδωροπούλου:
«Ίσως ναπορήτε πως έγειναν όλ’ αυτό με μόνον 1560 δραχμάς. Αλλά θα πεισθήτε όταν μάθετε, ότι είχαμεν διδακτήριον δωρεάν, είχαμεν διδασκαλίσσας αμίσθους -τας κυρίας του Συλλόγου-, είχαμεν λογιστήν ικανωτάτον, την Ομόνοιαν, είχαμεν επιστάτην αφωσιωμένον, τον Ζήλον μας, εισπράκτορα αφιλοκερδή, την Καλήν Θέλησιν την μελών, θυρωρόν πιστόν, την Υπακοήν των μαθητριών μας, είχαμεν κλητήρα άγρυπνον, την φωνήν του Καθήκοντος.»
Ωραία λόγια! Και φαίνονται ακόμα ωραιότερα, όταν ξέρη κανείς, ότι συνοδεύουν τόσον ωραία έργα…
Δεν αγαπάτε τώρα και σεις αυτό το «Μερόπειο»; Δεν αξίζει πραγματικώς την αγάπη και την υποστήριξι όλων μας;
Σας ασπάζομαι, ΦΑΙΔΩΝ

